29/10/2018

Ευτύχης Κορκιδάκης - ΕΙΚΟΝΕΣ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΝΤΑΝΟ

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΟΥΜΕ ΕΝΑ ΩΡΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΥΤΥΧΗ ΚΟΡΚΙΔΑΚΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΜΕΤΑΔΙΔΕΙ ΜΕ ΓΛΑΦΥΡΟ ΤΡΟΠΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΕ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΤΗΝ 28-10-1940

Εδώ ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών. Έκτακτο ανακοινωθέν: " Αι Ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από της 5.30 πρωϊνής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνικής Αλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους".
Ξημερώματα της Δευτέρας σημαδιακής μέρας, στις 28 τ’ Οκτώμβρη του 40, η καμπάνα τ’ η - Νικόλα στην Κάντανο, δεν σήμανε μια φορά, για τα σχολαρούδια της περιοχής, κατά που κτυπούσε καθημερινά, αλλά κτύπαγε ασταμάτητα και επιτακτικά. 
Οι γειτονιές τα ρυάκια και τα γύρω βουνά δέχονταν τους ήχους της, προξενώντας την απορία των κατοίκων της περιοχής. 
Είντάνε μωρέ Κωσταντή …..! ! Δεν παίζει νεκρικά ! ! !
Δεν κατέω…..Γιάννη ……Φώναζε ο ένας τ’ αλλού, από το ένα αυλώχι στο άλλο, που καλούργιζαν, για να φρεσκάρουν το χωράφι και να το σπείρουν τον Γενάρη. Δεν πέρασε πολύ ώρα και το βλασταρούδι του Κωσταντή, το Γιωργιό, ξεγλωσσισμένο και λαχανιασμένο, φάνηκε στην άκρα του χωραφιού……
Μπαμπά ! ! Μπαμπά ! ! ! Επιστράτευση! Επιστράτευση ! Μούπε η μαμά, πως την ειδοποίησε ένας Χωροφύλακας. Να πάεις λέει στην Χωροφυλακή, Γιατί είναι λέει ….Είναι Επιστράτευση…! !
Δεν είχε σύρει 10 αυλακιές και ο Κωσταντής, ψυλιασμένος καθώς ήταν, από τσι παλιούς ξεσηκωμούς, χωρίς πολύ σκέψη, ξέζεψε τα βούγια και αναμάζωξε τα συμπράγαλα και τα ζυγάλετρα και κίνησε, για το σπίτι του.
Γιάννη …..Γιάννη Επιστράτευση…. Μούπε το κοπέλι και να βιαστούμε λέει …να παρουσιαστούμε την χωροφυλακή…. Εφώναξε ο Κωσταντής του Γιάννη, που καλούργιζε κοντά του.
Μέχρι να αποφτάξει στο σπίτι του, έμαθε τα καθέκαστα και αφού τακτοποίησε τα ζωντανά, πήγε στο τσαρσί της Καντάνου, να μάθει περισσότερα.
Μπροστά από το τηλεφωνικό κέντρο, της Καντάνου, ήτανε πολλοί χωριανοί του μαζωμένοι. Στο κεντρικό τηλεφωνείο της Επαρχίας, ο τηλεφωνητής, εμπαινόβγανε τα βύσματα του Μεταλλάχτη, την μια να δέχεται τηλεγραφήματα και ειδοποιήσεις και την άλλη να ευθυγραμμίζεται με την Υπ/νση Χωροφυλακής και με τους Σταθμούς Χωρ/κής Σελίνου, προκειμένου να ειδοποιηθούν όλοι οι επίστρατοι και να παρουσιαστούν και να κινήσουν, για το μέτωπο. 
Το μικρό μεγαφωνάκι του ραδίου, που είχε απ’ έξω το καφενείο του Πλατάνου συνέχεια, μετέδιδε τα μαντάτα.
Βομβαρδίζουνε οι Ιταλοί.
Μπήκανε στην Ήπειρο…Αλλά άκουγαν και τα διαγγέλματα και τις ανακοινώσεις των αρχόντων της Ελλάδας.
Εδά μα σε θυμήθηκε ο κερατάς ο Μεταξάς….
Θα μας σε γαήρει ο κερατάς, τα όπλα, που μας σε πήρε… Με είντα συχέρια, θα πάμε ’δα να πολεμήσουμε… Λέγανε αναμεταξύ τους.
Η καμπάνα τ’ Άη-Νικόλα δεν σταμάτησε να κτυπά και στην Χωροφυλακή, όσο περνούσε η ώρα, άρχισαν κι’ όλας να συντάσσονται οι πρώτες καταστάσεις των επίστρατων. 
Η πρώτη καράκα είχε φτάσει κι’ όλας στην Κάντανο, για να παραλάβει τους επίστρατους. Μέχρι το μεσημέρι, πατούλιες – πατούλιες κατέφθαναν από όλα τα σημεία του ορίζοντα, και καθώς κατηφόριζαν, από τις γύρω στράτες άκουγες τσι φωνές των νε, που θύμιζαν ανθρώπους, που πήγαιναν σε χαροκόπι. Οι περισσότεροι επίστρατοι είχαν μαζί τους και την οικογένειά τους, έτσι για τ’ αποχαιρετίσματα ….Ποιος ήξερε….Σε πόλεμο πήγαιναν, οι δικοί τους..
Σαν έφταναν όμως, οι πατούλιες στην Κάντανο, το βαρύ κλίμα του αποχαιρετισμού, μετατράπηκε σε πατριωτικό ενθουσιασμό. Ναι! Ναι ! Εκείνου του απελευθερωτικού ξεσηκωμού των παλιώ μας, που κατάφεραν να αποδιώξουν τους Τούρκους.
Θα τσι φάμε τσι μακαρονάδες, όπως εφάγαγε και τσι τούρκους!
Καλά να πάει η στραθιά μας !
Θα τσι φάμε τσι κερατάδες ! 
Το τηλεφωνικό κέντρο συνέχιζε να ειδοποιεί …
Τον ειδοποίησες ! Ναι! Ναι ! Τον ειδοποίησα….Απαντούσε από το Ροδοβάνι ο τηλεφωνητής.
Τώρα και ώρα έφυγε, για την Κάντανο.
Απ’ τ’Ανυσαράκι της Καντάνου, μια μεγάλη αθρωπογειτονιά, οι επίστρατοι, έβαλαν ένα σακούλι στην πλάτη τους και αφού έβαλαν ένα καύκαλο, δυο χούφτες αλατσολιές και ένα κομμάτι λαδοτύρι ζηλοπούπι και το αράϊ, για τα ψιλοπράγματα, κατά που τόχαν συνήθειο από την εποχή των μεγάλων ξεσηκωμών, αποχαιρέτηξαν στον αυλόγυρο του σπιτιού, τους δικούς τους και πήραν την δημοσιά, για να φύγουν. 
Παρακάτω, γινόταν άλλος αποχαιρετισμός και παρακάτω άλλος, μέχρι, που σμίξανε οι επίστρατοι στα Μαρνελιανά. Η ΜαρνελοΜανώλενα, ήταν απαρηγόρητη, δυο γιους αποχαιρέτα….. Τον Γιώργη αγκάλιαζε και τον Μαθιό άφηνε.
Καμιά δεκαρέ ήτανε ούλοι κι’ ούλοι. Μα σαν πήρανε το καρτερίμι, για την Κάντανο και περνούσανε από την Αγία Άννα, ταχτήκανε οι περισσότεροι στην Χάρη τζη. Όποιος όμως έβλεπε αυτήν την πατούλια, νόμιζες πως ήταν κουμπάροι και πηγαίνανε σε κουμαριά. 
Κι’ η καμπάνα τ΄Άη – Νικόλα, ήταν ασταμάτητη.. Καλούσε….Καλούσε … 
Καλά να πάμε και με το καλό να γυρίσουμε.
Καλά μωρέ θα πάμε. Θα τσι φάμε …Τσι κερατάδες.
Σαν έφταξαν στην Κάντανο και είδαν το ανθρωπολόϊ, που είχε πλησιάνει στο μεταξύ, άρχισαν να χαιρετούνε, τους ξαδέλφους τους συγγενείς και τσι συντέκνους, απ’ την άλλη επαρχία.
Καλοστραθιά, νάχουμε ξάδερφε
Σύντεκνε …Θα τσι φάμε.... 
Σαν πέρασε το μεσημέρι, στην Κάντανο έφταξαν άλλες δυο καράκες και λίγο αργότερα, η Χωροφυλακή έδωσε το σύνθημα να ετοιμαστούν να ξεκινήσουν, για τα Χανιά. Οι σωφέρηδες έβαλαν τσι μανιβέλες και άναψαν τις μηχανές, των αυτοκινήτων.
Η Λεφτερίτσα κρατούσε σφιχτά το χέρι του αρραβωνιαστικού τση, του Μανώλη, μέχρι, που ανέβηκε στην καρέκλα. Κι’ Μανώλης έτσι ανεβασμένος από την καρέκλα, έσκυψε κατασυγκινημένος και αφού έδωσε στο στερνό φιλί , στην καλή του, ανέβηκε με τους άλλους.
Ο θόρυβος των αυτοκινήτων, τα καμπανοκτυπήματα, από τον Άη Νικόλα, τα ράδια, από τα καφενεία, αλλά και τους Χωροφύλακες να βοηθούν, ηλέκτρισαν την ατμόσφαιρα περισσότερο. Τα παιδιά οι μανάδες οι αδελφοί και οι αδελφές, οι πατεράδες οι θείοι οι φίλοι, σήκωσαν τον τόνο της φωνής καθώς τα πατριωτικά επιφωνήματα και οι εναγκαλισμοί, διαδέχονταν το ένα το άλλο. Γέμισε η πρώτη καράκα και ο σωφέρης, έβγαλε την καρέκλα, που είχε βάλει για ν’ ανέβουν στην καρότσα οι επίστρατοι και σήκωσε την πίσω πόρτα. Το ίδιο έγινε και με την δεύτερη καράκα και με την Τρίτη. 
Η Παναγιά μαζί σας
Να μου γράφεις 
Με το καλό να γεννήσεις το παιδί μας
Να φιλείς την φωτογραφία
Με το καλό να επιστρέψεις
Το εικονισματάκι τση Παναγιάς νάχεις πάντα μαζί σου
Μπαμπά , Μπαμπά Να με σκέφτεσαι
Άκουγες να ξεχωρίζουν μερικές φωνές, από το αθρωπολόϊ.
Το παιδί μας ! Μαρία και τα μάθια σου. Με το καλό να γεννήσεις το παιδί μας
Θα σου γράφω.
Θα τσι νικήσουμε τσι μακαρονάδες
Ούλα θα πάνε καλά
Το φυλαχτό που μούδωσες …Θα με φυλάει.
Σαν κίνησαν σιγά σιγά τα φορτηγά, τόσο, οι αναχωρούντες, όσο και οι αποχαιρετούντες φώναζαν χωρίς να ξεχωρίζει κανείς μέσα από τον πατριωτικό συμφερτό κάτι ξέχωρο άκουσμα. Διέσχισαν τα φορτηγά με σιγή κίνηση τα μαγαζιά και το σοκάκι της Καντάνου, με τους δικούς και αποχαιρετούντας να τους ακολουθούν από πίσω. Ο πατριωτισμός από το 1ο φορτηγό παρακίνησε μια πατούλια να τραγουδίσει.…." Μηνάς μου κόρη κι’ έρχουμε κι’ είντα να βάλω νάρθω...". Τραγούδι τση στράτας και του γάμου.
Δεν άργησε να γενικευφτεί το τραγούδι, μέχρι που το πήραν από το 2ο φορτηγό, που ακολουθούσε, για να το πάρει στην συνέχεια και το 3ο . 
Οι πιο ψύχραιμοι, από τους ακολουθούντες, θυμηθήκανε τους παλιούς ξεσηκωμούς και καθώς σιγοπερπατούσαν ακολουθούντες μαζί με το αθρωπολόϊ , φούντωσαν μέσα τους οι παλιές ανάμνησες κι’ άρχισαν κι’ αυτοί να σιγοτραγουδούν, αλλά στην συνέχεια να σηκώσουν τους τόνους του αποχαιρετισμού, κατά πούχαν μάθει στα γλεντοτράπεζα.
" Αμέτε φίλοι στο καλό και στην καλή την ώρα…."
Οι γυναίκες και τα παιδιά, δεν μπορούσαν να κρατήσουν την συγκίνησή τους και με την άκρη του τσεμπεριού τους σκούπιζαν και ξανασκούπιζαν τα δάκρυα, που ασταμάτητα έτρεχαν από τα μάθια τους.
Σαν πέρασαν το σοκάκι τα φορτηγά κι’ έπιασαν τον Κάμπο της Καντάνου, μαζί με την σκόνη, που άφησαν πίσω τους, άφηναν να ακούγεται και το τραγούδι της στράτας, από τους επίστρατους. Χάθηκαν προς στιγμής, στην Ανισαρακιώτικη γέφυρα, για να ξαναφανούν πάλι κάτω από την Κεφάλα. Ακουγόταν πάλι το τραγούδι, αλλά ξέμακρα, αυτή την φορά..
Και το αθρωπολόϊ,….. Δεν σταμάτησε στιγμή να τους αποχαιρετά, μέχρι που χάθηκαν τα φορτηγά, στο Φαράγγι της Καντάνου.
Η καμπάνα δεν ηχούσε πια. Στέγνωσε το δάκρυ, που έτρεχε από τα μάθια τους, όπου για άλλους ήταν δάκρυ πατριωτικού ενθουσιασμού και για άλλους αποχαιρετισμού….. Σιγοπερπατώντας και αμίλητοι γύρισαν στα σπίτια τους.
Πιος νάξερε….σε πόλεμο πήγαιναν, οι δικοί τους !!.

Σ.Σ.: Οι περιγραφόμενες σκηνές έχουν αντληθεί από το μαγνητοφωνημένο αρχείο μου, αλλά και τον επίστρατο πατέρα μου.
Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΜΟΥ ΣΗΜΕΡΑ 28-10-2018 ΠΟΥ ΕΚΦΩΝΗΣΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟ- ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΑΝΑΓΡΑΨΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΑΣ ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΠΛΑΙΣΙΟ: